γαλάζιος


γαλάζιος
[галазиос] εκ. млечный путь

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γαλάζιος" в других словарях:

  • γαλάζιος — α, ο (Μ αρσ. γαλάζιος, ουδ. γαλάζιν) 1. εκείνος που έχει το χρώμα τού ουρανού 2. το ουδ. ως ουσ. το γαλάζιο χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. προήλθε από συμφυρμό τών γαλανός + καλάσιος < καλαΐσιος < κάλαϊς «πολύτιμος λίθος με γαλάζιο χρώμα που… …   Dictionary of Greek

  • γαλάζιος, -ια, -ιο — ο γαλανός, ο ουρανής, ο θαλασσής: Το καπέλο της στόλιζαν γαλάζιες κορδέλες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαλαζώνω — [γαλάζιος] 1. φαίνομαι γαλάζιος 2. μελανιάζω, μπλαβίζω («γαλάζωσαν τα χείλη του απ το κρύο») 3. δίνω γαλάζιο χρώμα σε κάτι («έσκασ ο ήλιος, γαλάζωσε τον ουρανό») 4. περνώ ρούχα με λουλάκι, λουλακιάζω 5. ραντίζω με γαλαζόπετρα* …   Dictionary of Greek

  • γαλαζοθώρητος — η, ο αυτός που φαίνεται γαλάζιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλάζιος + θωρητός < θωρώ] …   Dictionary of Greek

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

  • Αιθιοπία — Κράτος της ανατολικής Αφρικής.Συνορεύει στα Β και στα Δ με το Σουδάν, στα Ν με την Κένυα, στα ΝΑ με τη Σομαλία και στα ΒΑ με το Τζιμπουτί και την Ερυθραία.Μετά την απόσπαση της Ερυθραίας (1993), η Α. (αιθιοπ. Γιατγιόπια Μανγκουίστ) δεν έχει πλέον …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Μπλάουερ Ράιτερ — (γερμ. Blauer Reiter = Γαλάζιος Καβαλάρης). Καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε στη Γερμανία το 1911 με πρωταγωνιστές τους Βασίλι Καντίνσκι και Φραντς Μαρκ και έτεινε ουσιαστικά στη σύνθεση των τεχνών. Στο κίνημα προσχώρησαν ο Άουγκουστ Μάκε, ο… …   Dictionary of Greek

  • Ντίτριχ, Μάρλεν — (Marlen Dietrich, Βερολίνο 1902 – Παρίσι 1992). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Γερμανίδας ηθοποιού του κινηματογράφου και του θεάτρου Μαρία Μαγκνταλένα φον Λος (Maria Magdalena von Losch). Φοίτησε στη δραματική σχολή του Μαξ Ράινχαρτ κι ύστερα… …   Dictionary of Greek

  • Sinemorets — ( bg. Синеморец; also Sinemorec , Sinemoretz , place on the blue sea ) is a village and seaside resort on the Black Sea coast of Bulgaria, located in the very southeast of the country close to the border with Turkey, where the river Veleka flows… …   Wikipedia